Syrian Children Catching Pokémon On The War Ravaged Streets Of Aleppo


Syrian Children Catching Pokémon On The War Ravaged Streets Of Aleppo
We are often exposed to images of violence and conflict coming out of Syria. However, daily life and youthful enthusiasm carry on in spite of brutal warfare.

August 19, 2016 at 10:28AM
via Digg http://ift.tt/2b4Zj24

Syrian Children Catching Pokémon On The War Ravaged Streets Of Aleppo


Syrian Children Catching Pokémon On The War Ravaged Streets Of Aleppo
We are often exposed to images of violence and conflict coming out of Syria. However, daily life and youthful enthusiasm carry on in spite of brutal warfare.

August 19, 2016 at 10:28AM
via Digg http://ift.tt/2b4Zj24

Syrian Children Catching Pokémon On The War Ravaged Streets Of Aleppo


Syrian Children Catching Pokémon On The War Ravaged Streets Of Aleppo
We are often exposed to images of violence and conflict coming out of Syria. However, daily life and youthful enthusiasm carry on in spite of brutal warfare.

August 19, 2016 at 10:28AM
via Digg http://ift.tt/2b4Zj24

Syrian Children Catching Pokémon On The War Ravaged Streets Of Aleppo


Syrian Children Catching Pokémon On The War Ravaged Streets Of Aleppo
We are often exposed to images of violence and conflict coming out of Syria. However, daily life and youthful enthusiasm carry on in spite of brutal warfare.

August 19, 2016 at 10:28AM
via Digg http://ift.tt/2b4Zj24

Syrian Children Catching Pokémon On The War Ravaged Streets Of Aleppo


Syrian Children Catching Pokémon On The War Ravaged Streets Of Aleppo
We are often exposed to images of violence and conflict coming out of Syria. However, daily life and youthful enthusiasm carry on in spite of brutal warfare.

August 19, 2016 at 10:28AM
via Digg http://ift.tt/2b4Zj24

Brian Sneeden, Δύο ποιήματα

Φλαμένκο

Το μελαψό του χέρι πάνω στην κιθάρα. Ένα μελαψό δερμάτινο χέρι
που ανοίγει και κλείνει. Τ’ όνομά του είναι φλαμένκο. Γνωρίζω τον φλαμένκο,

τον συνάντησα σε μια σπηλιά έξω απ’ τη Γρανάδα. Ο φλαμένκο
δεν έχει τρεχούμενο νερό. Το λάπτοπ του λειτουργεί με γεννήτρια. Όπως ο Γκίνσμπεργκ,

ο φλαμένκο λαμβάνει κατά μέσο όρο δεκαπέντε γράμματα τη μέρα. Τα διαβάζει όλα.
Για να γράψεις γράμμα στον φλαμένκο πρέπει να βρεις έναν κάκτο μ’ ένα νεκρό πουλί

πάνω. Πρέπει να κάψεις τον κάκτο και να φας το πουλί έτσι ώστε μετά, ξαπλωμένος
ανάσκελα στον αμμόλοφο, παρέα με κροταλίες και συλφίδες,

να μην πεινάσεις και τρομάξεις την επιθυμία σου.
Ο φλαμένκο δεν πιστεύει στο νοικοκυριό. Ο φλαμένκο

θα σου επιτρέψει να ξεπλύνεις τη βρώμα απ’ τα πόδια σου με νερό και λεμόνι.
Αν ζητήσεις να δεις τις θυγατέρες, ο φλαμένκο θα βγάλει τη συλλογή του από δηλητηριώδη σκαθάρια.

Ο φλαμένκο δεν θα σου δώσει πράγματα να πεις στον ταχυδρόμο.
Θα πρέπει να σκεφτείς δικά σου πράγματα να πεις στον ταχυδρόμο.

Όταν πεθάνεις, ο φλαμένκο θα βρίσκεται εκεί να σε μεταφέρει με βάρκα στην άλλη
πλευρά του μεγάλου ποταμού, αλλά μόνο αν του φέρεις μια τσάντα σοκοφρέτες.

Σύμφωνα με τον φλαμένκο, υπάρχουν δύο τρόποι για να βάλεις ταμπάσκο
στις patatas bravas σου: επουδενί, και επουδενί.

Τη νύχτα μπορείς να δεις τον φλαμένκο απ’ το διάστημα,
αλλά μόνο αν φοράει το πράσινο σομπρέρο του.

Όταν ο φλαμένκο φορά το πράσινο σομπρέρο του, καλύτερα
να μην τον δεις καθόλου, αλλά αντ’ αυτού να κλείσεις τα μάτια

και να συνεχίσεις να τον σκέφτεσαι όπως τον θυμάσαι: γέρο, κουρασμένο, νεκρό, νεαρό, σφριγηλό,
και σχεδόν σίγουρα χωρίς να φορά πράσινο σομπρέρο.

 

Περσεφόνη

Νάτη εξοκέλλει πάλι, ψάχνει γι’ αγάπη
μες στο στόμα των μικρών ψαριών

τσιμπώντας τα φλεβόχρωμα δάχτυλα
των ναυαγών. Ο θάνατος όντας αρσενικός

παντρεύεται το σώμα. Το λευκό της χέρι
στάζει πάνω στο κουπί καθώς ο καπετάνιος,

φαντασιοκοπώντας, σχολιάζει, δεν μπορεί,
κάπου την έχω ξαναδεί. Αρκετές φορές ίσως

ώστε να απομνημονεύσει τον ιριδίζοντα ουρανό
του κάτω κόσμου,

ή το πώς η τελευταία ανάσα επαναλαμβάνεται
στο πίσω μέρος του λαιμού, σαν φτερά νυχτοπεταλούδας,

ή την περιστροφή του αίματος
όταν παρεμβαίνει στην πράξη,

λες και η μνήμη του ήταν κάτι σαν αντικείμενο,
όπως μια λόγχη, που το σώμα θα μπορούσε

να εκτοπίσει. Τώρα εκείνη τον βλέπει
να εμφανίζεται πάνω στο νερό: πύργος

φτιαγμένος από στάχτη και δόντια:
οι εστεμμένοι μιναρέδες τοποθετημένοι

πάνω από επιβλητικές διπλές θύρες, και από κάτω
η σχεδόν ψηλαφητή γαλήνη.

Ωστόσο, κατέχοντας αυτά,
τον πλούτο των αιώνων που αποσυντίθεται,

εκείνος την καλεί
από το ατένισμα του ουρανού,

της αναθέτει κάτι το ακατόρθωτο:
να είναι σύζυγος

σ’ ένα μέρος όπου τίποτα δεν ζει.
Ο θάνατος όντας αρσενικός

παντρεύεται το σώμα, αλλά μόνο στο δικό μου
είναι πιστός. Τα πρώτα

χίλια χρόνια παρατηρεί την ανάσα του
μες στη νύχτα και νιώθει κάτι,

όχι αγάπη, ένα είδος πένθους
που σκληραίνει σε σώμα

και γίνεται δικό της, γλιστρώντας κρυφά
στις βιβλιοθήκες για να μάθει

τη γλώσσα των γεωσκώληκων,
για να γίνει, αν μη τι άλλο,

λιγότερο τουρίστρια. Αλλά το μόνο που είπανε εκείνοι
ήταν Αρχόντισσά μου, όχι Αρχόντισσά μου, πότε

συνειδητοποίησες ότι δεν θα είσαι ποτέ ελεύθερη;
Για πέντε χιλιάδες χρόνια φόραγε

το σώμα του τόσο καλά που το έβλεπε
σε όλα τα πράγματα: στ’ αστέρια, στο φεγγάρι,

στην αντανάκλασή τους στον ιριδίζοντα ουρανό,
και προσποιόταν ότι η ομορφιά

της θλίψης της αρκούσε. Τώρα
εισέρχεται στον πλατυνόμενο

διάδρομο του σπιτιού της, κατεβαίνοντας τις σκάλες
περνά τις πολλαπλές στρώσεις χρώματος,

τα μόλις εφηβικά της πόδια
εξαφανίζονται πάνω στο μάρμαρο

πέρα μακριά στον ωκεανό
μια αέρινη πύλη ανοίγει, οι μεντεσέδες

μαλακοί όπως ο πρώτος χειμώνας,
κι εγώ πετάγομαι απ’ το κρεβάτι,

μια ψύχρα στα σεντόνια
και πέρα μακριά ένα σκυλί να γαβγίζει.

Στο:Τεφλονομεταφράσεις

from Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος http://ift.tt/2aSkwlA

Brian Sneeden, Δύο ποιήματα

Φλαμένκο

Το μελαψό του χέρι πάνω στην κιθάρα. Ένα μελαψό δερμάτινο χέρι
που ανοίγει και κλείνει. Τ’ όνομά του είναι φλαμένκο. Γνωρίζω τον φλαμένκο,

τον συνάντησα σε μια σπηλιά έξω απ’ τη Γρανάδα. Ο φλαμένκο
δεν έχει τρεχούμενο νερό. Το λάπτοπ του λειτουργεί με γεννήτρια. Όπως ο Γκίνσμπεργκ,

ο φλαμένκο λαμβάνει κατά μέσο όρο δεκαπέντε γράμματα τη μέρα. Τα διαβάζει όλα.
Για να γράψεις γράμμα στον φλαμένκο πρέπει να βρεις έναν κάκτο μ’ ένα νεκρό πουλί

πάνω. Πρέπει να κάψεις τον κάκτο και να φας το πουλί έτσι ώστε μετά, ξαπλωμένος
ανάσκελα στον αμμόλοφο, παρέα με κροταλίες και συλφίδες,

να μην πεινάσεις και τρομάξεις την επιθυμία σου.
Ο φλαμένκο δεν πιστεύει στο νοικοκυριό. Ο φλαμένκο

θα σου επιτρέψει να ξεπλύνεις τη βρώμα απ’ τα πόδια σου με νερό και λεμόνι.
Αν ζητήσεις να δεις τις θυγατέρες, ο φλαμένκο θα βγάλει τη συλλογή του από δηλητηριώδη σκαθάρια.

Ο φλαμένκο δεν θα σου δώσει πράγματα να πεις στον ταχυδρόμο.
Θα πρέπει να σκεφτείς δικά σου πράγματα να πεις στον ταχυδρόμο.

Όταν πεθάνεις, ο φλαμένκο θα βρίσκεται εκεί να σε μεταφέρει με βάρκα στην άλλη
πλευρά του μεγάλου ποταμού, αλλά μόνο αν του φέρεις μια τσάντα σοκοφρέτες.

Σύμφωνα με τον φλαμένκο, υπάρχουν δύο τρόποι για να βάλεις ταμπάσκο
στις patatas bravas σου: επουδενί, και επουδενί.

Τη νύχτα μπορείς να δεις τον φλαμένκο απ’ το διάστημα,
αλλά μόνο αν φοράει το πράσινο σομπρέρο του.

Όταν ο φλαμένκο φορά το πράσινο σομπρέρο του, καλύτερα
να μην τον δεις καθόλου, αλλά αντ’ αυτού να κλείσεις τα μάτια

και να συνεχίσεις να τον σκέφτεσαι όπως τον θυμάσαι: γέρο, κουρασμένο, νεκρό, νεαρό, σφριγηλό,
και σχεδόν σίγουρα χωρίς να φορά πράσινο σομπρέρο.

 

Περσεφόνη

Νάτη εξοκέλλει πάλι, ψάχνει γι’ αγάπη
μες στο στόμα των μικρών ψαριών

τσιμπώντας τα φλεβόχρωμα δάχτυλα
των ναυαγών. Ο θάνατος όντας αρσενικός

παντρεύεται το σώμα. Το λευκό της χέρι
στάζει πάνω στο κουπί καθώς ο καπετάνιος,

φαντασιοκοπώντας, σχολιάζει, δεν μπορεί,
κάπου την έχω ξαναδεί. Αρκετές φορές ίσως

ώστε να απομνημονεύσει τον ιριδίζοντα ουρανό
του κάτω κόσμου,

ή το πώς η τελευταία ανάσα επαναλαμβάνεται
στο πίσω μέρος του λαιμού, σαν φτερά νυχτοπεταλούδας,

ή την περιστροφή του αίματος
όταν παρεμβαίνει στην πράξη,

λες και η μνήμη του ήταν κάτι σαν αντικείμενο,
όπως μια λόγχη, που το σώμα θα μπορούσε

να εκτοπίσει. Τώρα εκείνη τον βλέπει
να εμφανίζεται πάνω στο νερό: πύργος

φτιαγμένος από στάχτη και δόντια:
οι εστεμμένοι μιναρέδες τοποθετημένοι

πάνω από επιβλητικές διπλές θύρες, και από κάτω
η σχεδόν ψηλαφητή γαλήνη.

Ωστόσο, κατέχοντας αυτά,
τον πλούτο των αιώνων που αποσυντίθεται,

εκείνος την καλεί
από το ατένισμα του ουρανού,

της αναθέτει κάτι το ακατόρθωτο:
να είναι σύζυγος

σ’ ένα μέρος όπου τίποτα δεν ζει.
Ο θάνατος όντας αρσενικός

παντρεύεται το σώμα, αλλά μόνο στο δικό μου
είναι πιστός. Τα πρώτα

χίλια χρόνια παρατηρεί την ανάσα του
μες στη νύχτα και νιώθει κάτι,

όχι αγάπη, ένα είδος πένθους
που σκληραίνει σε σώμα

και γίνεται δικό της, γλιστρώντας κρυφά
στις βιβλιοθήκες για να μάθει

τη γλώσσα των γεωσκώληκων,
για να γίνει, αν μη τι άλλο,

λιγότερο τουρίστρια. Αλλά το μόνο που είπανε εκείνοι
ήταν Αρχόντισσά μου, όχι Αρχόντισσά μου, πότε

συνειδητοποίησες ότι δεν θα είσαι ποτέ ελεύθερη;
Για πέντε χιλιάδες χρόνια φόραγε

το σώμα του τόσο καλά που το έβλεπε
σε όλα τα πράγματα: στ’ αστέρια, στο φεγγάρι,

στην αντανάκλασή τους στον ιριδίζοντα ουρανό,
και προσποιόταν ότι η ομορφιά

της θλίψης της αρκούσε. Τώρα
εισέρχεται στον πλατυνόμενο

διάδρομο του σπιτιού της, κατεβαίνοντας τις σκάλες
περνά τις πολλαπλές στρώσεις χρώματος,

τα μόλις εφηβικά της πόδια
εξαφανίζονται πάνω στο μάρμαρο

πέρα μακριά στον ωκεανό
μια αέρινη πύλη ανοίγει, οι μεντεσέδες

μαλακοί όπως ο πρώτος χειμώνας,
κι εγώ πετάγομαι απ’ το κρεβάτι,

μια ψύχρα στα σεντόνια
και πέρα μακριά ένα σκυλί να γαβγίζει.

Στο:Τεφλονομεταφράσεις

from Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος http://ift.tt/2aSkwlA

Brian Sneeden, Δύο ποιήματα

Φλαμένκο

Το μελαψό του χέρι πάνω στην κιθάρα. Ένα μελαψό δερμάτινο χέρι
που ανοίγει και κλείνει. Τ’ όνομά του είναι φλαμένκο. Γνωρίζω τον φλαμένκο,

τον συνάντησα σε μια σπηλιά έξω απ’ τη Γρανάδα. Ο φλαμένκο
δεν έχει τρεχούμενο νερό. Το λάπτοπ του λειτουργεί με γεννήτρια. Όπως ο Γκίνσμπεργκ,

ο φλαμένκο λαμβάνει κατά μέσο όρο δεκαπέντε γράμματα τη μέρα. Τα διαβάζει όλα.
Για να γράψεις γράμμα στον φλαμένκο πρέπει να βρεις έναν κάκτο μ’ ένα νεκρό πουλί

πάνω. Πρέπει να κάψεις τον κάκτο και να φας το πουλί έτσι ώστε μετά, ξαπλωμένος
ανάσκελα στον αμμόλοφο, παρέα με κροταλίες και συλφίδες,

να μην πεινάσεις και τρομάξεις την επιθυμία σου.
Ο φλαμένκο δεν πιστεύει στο νοικοκυριό. Ο φλαμένκο

θα σου επιτρέψει να ξεπλύνεις τη βρώμα απ’ τα πόδια σου με νερό και λεμόνι.
Αν ζητήσεις να δεις τις θυγατέρες, ο φλαμένκο θα βγάλει τη συλλογή του από δηλητηριώδη σκαθάρια.

Ο φλαμένκο δεν θα σου δώσει πράγματα να πεις στον ταχυδρόμο.
Θα πρέπει να σκεφτείς δικά σου πράγματα να πεις στον ταχυδρόμο.

Όταν πεθάνεις, ο φλαμένκο θα βρίσκεται εκεί να σε μεταφέρει με βάρκα στην άλλη
πλευρά του μεγάλου ποταμού, αλλά μόνο αν του φέρεις μια τσάντα σοκοφρέτες.

Σύμφωνα με τον φλαμένκο, υπάρχουν δύο τρόποι για να βάλεις ταμπάσκο
στις patatas bravas σου: επουδενί, και επουδενί.

Τη νύχτα μπορείς να δεις τον φλαμένκο απ’ το διάστημα,
αλλά μόνο αν φοράει το πράσινο σομπρέρο του.

Όταν ο φλαμένκο φορά το πράσινο σομπρέρο του, καλύτερα
να μην τον δεις καθόλου, αλλά αντ’ αυτού να κλείσεις τα μάτια

και να συνεχίσεις να τον σκέφτεσαι όπως τον θυμάσαι: γέρο, κουρασμένο, νεκρό, νεαρό, σφριγηλό,
και σχεδόν σίγουρα χωρίς να φορά πράσινο σομπρέρο.

 

Περσεφόνη

Νάτη εξοκέλλει πάλι, ψάχνει γι’ αγάπη
μες στο στόμα των μικρών ψαριών

τσιμπώντας τα φλεβόχρωμα δάχτυλα
των ναυαγών. Ο θάνατος όντας αρσενικός

παντρεύεται το σώμα. Το λευκό της χέρι
στάζει πάνω στο κουπί καθώς ο καπετάνιος,

φαντασιοκοπώντας, σχολιάζει, δεν μπορεί,
κάπου την έχω ξαναδεί. Αρκετές φορές ίσως

ώστε να απομνημονεύσει τον ιριδίζοντα ουρανό
του κάτω κόσμου,

ή το πώς η τελευταία ανάσα επαναλαμβάνεται
στο πίσω μέρος του λαιμού, σαν φτερά νυχτοπεταλούδας,

ή την περιστροφή του αίματος
όταν παρεμβαίνει στην πράξη,

λες και η μνήμη του ήταν κάτι σαν αντικείμενο,
όπως μια λόγχη, που το σώμα θα μπορούσε

να εκτοπίσει. Τώρα εκείνη τον βλέπει
να εμφανίζεται πάνω στο νερό: πύργος

φτιαγμένος από στάχτη και δόντια:
οι εστεμμένοι μιναρέδες τοποθετημένοι

πάνω από επιβλητικές διπλές θύρες, και από κάτω
η σχεδόν ψηλαφητή γαλήνη.

Ωστόσο, κατέχοντας αυτά,
τον πλούτο των αιώνων που αποσυντίθεται,

εκείνος την καλεί
από το ατένισμα του ουρανού,

της αναθέτει κάτι το ακατόρθωτο:
να είναι σύζυγος

σ’ ένα μέρος όπου τίποτα δεν ζει.
Ο θάνατος όντας αρσενικός

παντρεύεται το σώμα, αλλά μόνο στο δικό μου
είναι πιστός. Τα πρώτα

χίλια χρόνια παρατηρεί την ανάσα του
μες στη νύχτα και νιώθει κάτι,

όχι αγάπη, ένα είδος πένθους
που σκληραίνει σε σώμα

και γίνεται δικό της, γλιστρώντας κρυφά
στις βιβλιοθήκες για να μάθει

τη γλώσσα των γεωσκώληκων,
για να γίνει, αν μη τι άλλο,

λιγότερο τουρίστρια. Αλλά το μόνο που είπανε εκείνοι
ήταν Αρχόντισσά μου, όχι Αρχόντισσά μου, πότε

συνειδητοποίησες ότι δεν θα είσαι ποτέ ελεύθερη;
Για πέντε χιλιάδες χρόνια φόραγε

το σώμα του τόσο καλά που το έβλεπε
σε όλα τα πράγματα: στ’ αστέρια, στο φεγγάρι,

στην αντανάκλασή τους στον ιριδίζοντα ουρανό,
και προσποιόταν ότι η ομορφιά

της θλίψης της αρκούσε. Τώρα
εισέρχεται στον πλατυνόμενο

διάδρομο του σπιτιού της, κατεβαίνοντας τις σκάλες
περνά τις πολλαπλές στρώσεις χρώματος,

τα μόλις εφηβικά της πόδια
εξαφανίζονται πάνω στο μάρμαρο

πέρα μακριά στον ωκεανό
μια αέρινη πύλη ανοίγει, οι μεντεσέδες

μαλακοί όπως ο πρώτος χειμώνας,
κι εγώ πετάγομαι απ’ το κρεβάτι,

μια ψύχρα στα σεντόνια
και πέρα μακριά ένα σκυλί να γαβγίζει.

Στο:Τεφλονομεταφράσεις

from Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος http://ift.tt/2aSkwlA

Brian Sneeden, Δύο ποιήματα

Φλαμένκο

Το μελαψό του χέρι πάνω στην κιθάρα. Ένα μελαψό δερμάτινο χέρι
που ανοίγει και κλείνει. Τ’ όνομά του είναι φλαμένκο. Γνωρίζω τον φλαμένκο,

τον συνάντησα σε μια σπηλιά έξω απ’ τη Γρανάδα. Ο φλαμένκο
δεν έχει τρεχούμενο νερό. Το λάπτοπ του λειτουργεί με γεννήτρια. Όπως ο Γκίνσμπεργκ,

ο φλαμένκο λαμβάνει κατά μέσο όρο δεκαπέντε γράμματα τη μέρα. Τα διαβάζει όλα.
Για να γράψεις γράμμα στον φλαμένκο πρέπει να βρεις έναν κάκτο μ’ ένα νεκρό πουλί

πάνω. Πρέπει να κάψεις τον κάκτο και να φας το πουλί έτσι ώστε μετά, ξαπλωμένος
ανάσκελα στον αμμόλοφο, παρέα με κροταλίες και συλφίδες,

να μην πεινάσεις και τρομάξεις την επιθυμία σου.
Ο φλαμένκο δεν πιστεύει στο νοικοκυριό. Ο φλαμένκο

θα σου επιτρέψει να ξεπλύνεις τη βρώμα απ’ τα πόδια σου με νερό και λεμόνι.
Αν ζητήσεις να δεις τις θυγατέρες, ο φλαμένκο θα βγάλει τη συλλογή του από δηλητηριώδη σκαθάρια.

Ο φλαμένκο δεν θα σου δώσει πράγματα να πεις στον ταχυδρόμο.
Θα πρέπει να σκεφτείς δικά σου πράγματα να πεις στον ταχυδρόμο.

Όταν πεθάνεις, ο φλαμένκο θα βρίσκεται εκεί να σε μεταφέρει με βάρκα στην άλλη
πλευρά του μεγάλου ποταμού, αλλά μόνο αν του φέρεις μια τσάντα σοκοφρέτες.

Σύμφωνα με τον φλαμένκο, υπάρχουν δύο τρόποι για να βάλεις ταμπάσκο
στις patatas bravas σου: επουδενί, και επουδενί.

Τη νύχτα μπορείς να δεις τον φλαμένκο απ’ το διάστημα,
αλλά μόνο αν φοράει το πράσινο σομπρέρο του.

Όταν ο φλαμένκο φορά το πράσινο σομπρέρο του, καλύτερα
να μην τον δεις καθόλου, αλλά αντ’ αυτού να κλείσεις τα μάτια

και να συνεχίσεις να τον σκέφτεσαι όπως τον θυμάσαι: γέρο, κουρασμένο, νεκρό, νεαρό, σφριγηλό,
και σχεδόν σίγουρα χωρίς να φορά πράσινο σομπρέρο.

 

Περσεφόνη

Νάτη εξοκέλλει πάλι, ψάχνει γι’ αγάπη
μες στο στόμα των μικρών ψαριών

τσιμπώντας τα φλεβόχρωμα δάχτυλα
των ναυαγών. Ο θάνατος όντας αρσενικός

παντρεύεται το σώμα. Το λευκό της χέρι
στάζει πάνω στο κουπί καθώς ο καπετάνιος,

φαντασιοκοπώντας, σχολιάζει, δεν μπορεί,
κάπου την έχω ξαναδεί. Αρκετές φορές ίσως

ώστε να απομνημονεύσει τον ιριδίζοντα ουρανό
του κάτω κόσμου,

ή το πώς η τελευταία ανάσα επαναλαμβάνεται
στο πίσω μέρος του λαιμού, σαν φτερά νυχτοπεταλούδας,

ή την περιστροφή του αίματος
όταν παρεμβαίνει στην πράξη,

λες και η μνήμη του ήταν κάτι σαν αντικείμενο,
όπως μια λόγχη, που το σώμα θα μπορούσε

να εκτοπίσει. Τώρα εκείνη τον βλέπει
να εμφανίζεται πάνω στο νερό: πύργος

φτιαγμένος από στάχτη και δόντια:
οι εστεμμένοι μιναρέδες τοποθετημένοι

πάνω από επιβλητικές διπλές θύρες, και από κάτω
η σχεδόν ψηλαφητή γαλήνη.

Ωστόσο, κατέχοντας αυτά,
τον πλούτο των αιώνων που αποσυντίθεται,

εκείνος την καλεί
από το ατένισμα του ουρανού,

της αναθέτει κάτι το ακατόρθωτο:
να είναι σύζυγος

σ’ ένα μέρος όπου τίποτα δεν ζει.
Ο θάνατος όντας αρσενικός

παντρεύεται το σώμα, αλλά μόνο στο δικό μου
είναι πιστός. Τα πρώτα

χίλια χρόνια παρατηρεί την ανάσα του
μες στη νύχτα και νιώθει κάτι,

όχι αγάπη, ένα είδος πένθους
που σκληραίνει σε σώμα

και γίνεται δικό της, γλιστρώντας κρυφά
στις βιβλιοθήκες για να μάθει

τη γλώσσα των γεωσκώληκων,
για να γίνει, αν μη τι άλλο,

λιγότερο τουρίστρια. Αλλά το μόνο που είπανε εκείνοι
ήταν Αρχόντισσά μου, όχι Αρχόντισσά μου, πότε

συνειδητοποίησες ότι δεν θα είσαι ποτέ ελεύθερη;
Για πέντε χιλιάδες χρόνια φόραγε

το σώμα του τόσο καλά που το έβλεπε
σε όλα τα πράγματα: στ’ αστέρια, στο φεγγάρι,

στην αντανάκλασή τους στον ιριδίζοντα ουρανό,
και προσποιόταν ότι η ομορφιά

της θλίψης της αρκούσε. Τώρα
εισέρχεται στον πλατυνόμενο

διάδρομο του σπιτιού της, κατεβαίνοντας τις σκάλες
περνά τις πολλαπλές στρώσεις χρώματος,

τα μόλις εφηβικά της πόδια
εξαφανίζονται πάνω στο μάρμαρο

πέρα μακριά στον ωκεανό
μια αέρινη πύλη ανοίγει, οι μεντεσέδες

μαλακοί όπως ο πρώτος χειμώνας,
κι εγώ πετάγομαι απ’ το κρεβάτι,

μια ψύχρα στα σεντόνια
και πέρα μακριά ένα σκυλί να γαβγίζει.

Στο:Τεφλονομεταφράσεις

from Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος http://ift.tt/2aSkwlA

Brian Sneeden, Δύο ποιήματα

Φλαμένκο

Το μελαψό του χέρι πάνω στην κιθάρα. Ένα μελαψό δερμάτινο χέρι
που ανοίγει και κλείνει. Τ’ όνομά του είναι φλαμένκο. Γνωρίζω τον φλαμένκο,

τον συνάντησα σε μια σπηλιά έξω απ’ τη Γρανάδα. Ο φλαμένκο
δεν έχει τρεχούμενο νερό. Το λάπτοπ του λειτουργεί με γεννήτρια. Όπως ο Γκίνσμπεργκ,

ο φλαμένκο λαμβάνει κατά μέσο όρο δεκαπέντε γράμματα τη μέρα. Τα διαβάζει όλα.
Για να γράψεις γράμμα στον φλαμένκο πρέπει να βρεις έναν κάκτο μ’ ένα νεκρό πουλί

πάνω. Πρέπει να κάψεις τον κάκτο και να φας το πουλί έτσι ώστε μετά, ξαπλωμένος
ανάσκελα στον αμμόλοφο, παρέα με κροταλίες και συλφίδες,

να μην πεινάσεις και τρομάξεις την επιθυμία σου.
Ο φλαμένκο δεν πιστεύει στο νοικοκυριό. Ο φλαμένκο

θα σου επιτρέψει να ξεπλύνεις τη βρώμα απ’ τα πόδια σου με νερό και λεμόνι.
Αν ζητήσεις να δεις τις θυγατέρες, ο φλαμένκο θα βγάλει τη συλλογή του από δηλητηριώδη σκαθάρια.

Ο φλαμένκο δεν θα σου δώσει πράγματα να πεις στον ταχυδρόμο.
Θα πρέπει να σκεφτείς δικά σου πράγματα να πεις στον ταχυδρόμο.

Όταν πεθάνεις, ο φλαμένκο θα βρίσκεται εκεί να σε μεταφέρει με βάρκα στην άλλη
πλευρά του μεγάλου ποταμού, αλλά μόνο αν του φέρεις μια τσάντα σοκοφρέτες.

Σύμφωνα με τον φλαμένκο, υπάρχουν δύο τρόποι για να βάλεις ταμπάσκο
στις patatas bravas σου: επουδενί, και επουδενί.

Τη νύχτα μπορείς να δεις τον φλαμένκο απ’ το διάστημα,
αλλά μόνο αν φοράει το πράσινο σομπρέρο του.

Όταν ο φλαμένκο φορά το πράσινο σομπρέρο του, καλύτερα
να μην τον δεις καθόλου, αλλά αντ’ αυτού να κλείσεις τα μάτια

και να συνεχίσεις να τον σκέφτεσαι όπως τον θυμάσαι: γέρο, κουρασμένο, νεκρό, νεαρό, σφριγηλό,
και σχεδόν σίγουρα χωρίς να φορά πράσινο σομπρέρο.

 

Περσεφόνη

Νάτη εξοκέλλει πάλι, ψάχνει γι’ αγάπη
μες στο στόμα των μικρών ψαριών

τσιμπώντας τα φλεβόχρωμα δάχτυλα
των ναυαγών. Ο θάνατος όντας αρσενικός

παντρεύεται το σώμα. Το λευκό της χέρι
στάζει πάνω στο κουπί καθώς ο καπετάνιος,

φαντασιοκοπώντας, σχολιάζει, δεν μπορεί,
κάπου την έχω ξαναδεί. Αρκετές φορές ίσως

ώστε να απομνημονεύσει τον ιριδίζοντα ουρανό
του κάτω κόσμου,

ή το πώς η τελευταία ανάσα επαναλαμβάνεται
στο πίσω μέρος του λαιμού, σαν φτερά νυχτοπεταλούδας,

ή την περιστροφή του αίματος
όταν παρεμβαίνει στην πράξη,

λες και η μνήμη του ήταν κάτι σαν αντικείμενο,
όπως μια λόγχη, που το σώμα θα μπορούσε

να εκτοπίσει. Τώρα εκείνη τον βλέπει
να εμφανίζεται πάνω στο νερό: πύργος

φτιαγμένος από στάχτη και δόντια:
οι εστεμμένοι μιναρέδες τοποθετημένοι

πάνω από επιβλητικές διπλές θύρες, και από κάτω
η σχεδόν ψηλαφητή γαλήνη.

Ωστόσο, κατέχοντας αυτά,
τον πλούτο των αιώνων που αποσυντίθεται,

εκείνος την καλεί
από το ατένισμα του ουρανού,

της αναθέτει κάτι το ακατόρθωτο:
να είναι σύζυγος

σ’ ένα μέρος όπου τίποτα δεν ζει.
Ο θάνατος όντας αρσενικός

παντρεύεται το σώμα, αλλά μόνο στο δικό μου
είναι πιστός. Τα πρώτα

χίλια χρόνια παρατηρεί την ανάσα του
μες στη νύχτα και νιώθει κάτι,

όχι αγάπη, ένα είδος πένθους
που σκληραίνει σε σώμα

και γίνεται δικό της, γλιστρώντας κρυφά
στις βιβλιοθήκες για να μάθει

τη γλώσσα των γεωσκώληκων,
για να γίνει, αν μη τι άλλο,

λιγότερο τουρίστρια. Αλλά το μόνο που είπανε εκείνοι
ήταν Αρχόντισσά μου, όχι Αρχόντισσά μου, πότε

συνειδητοποίησες ότι δεν θα είσαι ποτέ ελεύθερη;
Για πέντε χιλιάδες χρόνια φόραγε

το σώμα του τόσο καλά που το έβλεπε
σε όλα τα πράγματα: στ’ αστέρια, στο φεγγάρι,

στην αντανάκλασή τους στον ιριδίζοντα ουρανό,
και προσποιόταν ότι η ομορφιά

της θλίψης της αρκούσε. Τώρα
εισέρχεται στον πλατυνόμενο

διάδρομο του σπιτιού της, κατεβαίνοντας τις σκάλες
περνά τις πολλαπλές στρώσεις χρώματος,

τα μόλις εφηβικά της πόδια
εξαφανίζονται πάνω στο μάρμαρο

πέρα μακριά στον ωκεανό
μια αέρινη πύλη ανοίγει, οι μεντεσέδες

μαλακοί όπως ο πρώτος χειμώνας,
κι εγώ πετάγομαι απ’ το κρεβάτι,

μια ψύχρα στα σεντόνια
και πέρα μακριά ένα σκυλί να γαβγίζει.

Στο:Τεφλονομεταφράσεις

from Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος http://ift.tt/2aSkwlA